Va fan culo

Ο Francesco ήταν ένας απλός κουρέας στην Πάντοβα.
Όχι κομμωτής… κουρέας. Κι έχει σημασία αυτό γιατί στο μαγαζί του έμπαιναν μόνο άντρες για να κουρευτούν. Άντρες κάθε ηλικίας, οικονομικής ευχέρειας και κοινωνικής κάστας. Γυναίκες δεν έμπαιναν στο κουρείο του εκτός από εκείνο το μισητό είδος της γυναίκας που θέλει ο άντρας της να κουρεύει τα μαλλιά του όπως εκείνη θέλει για να ταιριάζουν με τα δικά της μαλλιά και το image της. Ο Francesco τους λυπόταν αυτούς τους άντρες που τους έσερναν από τη μύτη οι γυναίκες τους. Κι η δικιά του η γυναίκα μια μαλακισμένη και μισή ήταν αλλά από τη μύτη δεν τον έσερνε για κανένα λόγο.
Ο Francesco την αγαπούσε τη ζωή του. Ήταν πολύ ήρεμη για ζωή αλλά την αγαπούσε. Το κουρείο το είχε από τον πατέρα του και ήταν αναμφισβήτητα το αρχαιότερο στην πόλη της Πάντοβα. Σε αυτό χρωστούσε βέβαια και την πελατεία του. Στη φήμη του κουρείου και στα ρεπορτάζ του τοπικού καναλιού για το «καταπληκτικότερο κουρείο της πόλης». Όχι ότι ήταν το καταπληκτικότερο κουρείο της πόλης αλλά τη διαφήμισή του την είχε συνεχώς ο Francesco γιατί κούρευε όλους τους δημοσιογράφους τσάμπα. Πείτε τον μασώνο, πείτε τον αρχαίο, ο Francesco έτσι δούλευε κυρίως. Με ανταλλάγματα. Κούρευε και ξύριζε τον κρεοπώλη, να το κρέας της εβδομάδας. Κούρευε και ξύριζε τον μανάβη, να τα λαχανικά της εβδομάδας. Απλός άνθρωπος ο Francesco, απλές και οι απαιτήσεις του.
Το μόνο που τον στεναχωρούσε εννοείται ήταν η σχέση του με τη γυναίκα του. Τα παιδιά του είχαν μεγαλώσει πια. 55 χρονών ο Francesco, 30αρηδες οι 2 γιοι του την είχαν κάνει καιρό από την Πάντοβα για Ρώμη και Μιλάνο, μπας και κονομήσουν. Ο Francesco είχε βαρεθεί να τους παρακαλάει να πάρουν την οικογενειακή επιχείρηση. Το έβλεπε ότι το κουρείο θα έκλεινε σε μερικά χρόνια. Χέστηκε κιόλας. Για τη γυναίκα του όμως και την ανύπαρκτη σεξουαλική τους ζωή δε χέστηκε. Είχε βαρεθεί να τη βγάζει με τα άπειρα τσοντοκάναλα της ιταλικής τηλεόρασης. Ήθελε σαν τρελός να γαμήσει. Δεν του έμεναν πολλά χρόνια ακόμα και το να περιμένει τη γυναίκα του να του κάτσει ήταν περισσότερο αγγαρεία παρά ευχαρίστηση. Του καθόταν 2-3 φορές το χρόνο. Δεν ήξερε αν είχε βρει γκόμενο ή αν απλά είχε απαρνηθεί το σεξ. Δεν τον ένοιαζε κιόλας. Ας είχε και γκόμενο. Αρκεί να μην το μάθαινε η τοπική κοινωνία και του έκοβε την πελατεία.
Κάθε βράδυ που έκλεινε το κουρείο έβλεπε τις πουτάνες της Πάντοβα να περνάνε έξω από το κουρείο του για να πάνε στην πιάτσα τους. Κάθε βράδυ θυμόταν ότι είχε και πουλί μιας και υπήρχε η Fabiana, μια πολύ όμορφη μελαχρινή πουτάνα. Ο Francesco την παρομοίαζε με τη Monica Belucci. Δεν της έμοιαζε και πολύ αλλά αν για όλη την υπόλοιπη Ιταλία απόλυτη φαντασίωση ήταν η Belucci, για τον Francesco ήταν η Fabiana. Ψηλή, μελαμψή, με σκούρο καστανό μαλλί να χαϊδεύει το πλούσιο ντεκολτέ της. Φορούσε μονίμως κοντά φορεματάκια και όταν περνούσε από το κουρείο φρόντιζε πάντα να σκύβει να ισιώνει το φιογκάκι στις γόβες της και να επιδείκνύει λίγο από τον κώλο της στον Francesco που μέτραγε την είσπραξη της ημέρας. Της το είχαν σφυρίξει οι διάφοροι πελάτες της ότι ο κουρέας ήταν καψούρης μαζί της κι αυτή είχε βαλθεί να τον τυραννήσει μέχρι να του φάει τα λεφτά.
Ένα βράδυ που πέρναγε έξω από το μαγαζί του η Fabiana, ο Francesco ένιωσε ένα δυνατό σφίξιμο στο πουλί του. Ήταν σαν να τον παρακαλούσε για τις τελευταίες αναλαμπές πριν παραδώσει πνεύμα. Ο Francesco φοβήθηκε το ενδεχόμενο να μην ξαναγαμήσει ποτέ του, πήρε μερικά λεφτά από το ταμείο και πήρε τη Fabiana στο κυνήγι. Δεν άργησε να την φτάσει. Εκείνη ξαφνιάστηκε αλλά ένιωσε και τρελή ικανοποίηση που μετά από ένα χρόνο πειράγματα, είχε επιτέλους πέσει στα δίχτυα της. Μετά τις ανούσιες ευγένειες και τις τυπικούρες, ο Francesco της είπε να τον ακολουθήσει ως το κουρείο. Ένα τεράστιο χαμόγελο είχε ζωγραφιστεί στα χείλη του όπως της κράταγε το χέρι. Το πουλί του κουδούνιζε μέσα στο παντελόνι του και ο Francesco ήταν έτοιμος να δώσει ένα αποχαιρετιστήριο πάρτι στη σεξουαλικότητά του. Μέχρι τη στιγμή που βάζοντας το κλειδί στην πόρτα του κουρείου άκουσε το όνομα του. Όχι από τη Fabiana. Ούτε από τη γυναίκα του.
Γύρισε πίσω του και είδε τον διοικητή της αστυνομίας της Πάντοβα να τον κοιτάει κατάματα. Ο διοικητής προχώρησε προς το μέρος του νεοσύστατου ζεύγους. Χαιρέτησε τη Fabiana (κι ο καλός μας πελάτης ο κύριος Κώστας που λέει και το ανέκδοτο) και πλησίασε τον Francesco ο οποίος έτρεμε για τις συνέπειες αν μαθευόταν αυτό.
«Θα έπρεπε να σου κόψω πρόστιμο Francesco»
«Τι πρόστιμο;»
«Απαγορεύεται να ψωνίζεις πουτάνες στο δρόμο Francesco»
«Δεν το ξερα»
«Απόφαση του δημάρχου»
Ο Francesco τα ‘χε χάσει. Και πρόστιμο και κατακραυγή; Αυτό πήγαινε πολύ. Ο αστυνόμος όμως τον έβγαλε γρήγορα από τη δυσάρεστη θέση.
«Εκτός εάν…»
«Εκτος αν τι;»
«Θα έρθω το πρωί για ένα κουρεματάκι να ξεπληρώσουμε το πρόστιμο και η Fabiana θα έρθει μαζί μου. Σύμφωνοι;»
Ο Francesco δε είχε επιλογή. Ξεκλείδωσε την πόρτα του κουρείου του και μπήκε μέσα την ώρα που ο καραμπινιέρος έβαζε τη Fabiana στο αμάξι του. Ο Francesco έκατσε σε μια από τις καρέκλες και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Το πουλί του είχε νεκρωθεί όπως και οι αισθήσεις του. Πήγε να κλάψει αλλά το καλοσκέφτηκε. Δεν άξιζε σε κανέναν τους αυτό το κλάμα. Να πάνε να γαμηθούνε όλοι. Και η γυναίκα του και το κουρείο του και ο αστυνόμος και η Fabiana η πουτάνα και ο δήμαρχος ο παλιοφασίστας.
Va fan culo tutti

http://www.enet.gr/online/online_fpage_text/id=28456124 (4η παράγραφος)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: