Βρες τη δική σου γαλήνη

Η οικογένεια ετοιμοπόλεμη.
Ο μπέμπης έχει φάει, έχει ρευτεί, έχει κάνει εμετό, έχει χέσει, έχει βάλει το μαγιό του και είναι έτοιμος. Ο μπαμπάς έχει ρίξει τις ξάπλες του, έχει φάει, έχει χέσει, έχει κάνει το μπιντέ του, έχει βάλει το μαγιό του και είναι έτοιμος. Η μαμά βοήθησε τον μπέμπη σε όλη τη σειρά των διαδικασιών και μπήκε στο μπάνιο απ’ όπου βγήκε μετά από μισή ώρα με τέλειο γαλλικό, διακριτικό βάψιμο παραλίας και ένα καπέλο βγαλμένο από ελληνική ταινία του 1976. Όλοι στ’ αμάξι.
Ο πατέρας στο τιμόνι να το γυρνάει με μαεστρία ταξιτζή, το φραπεδάκι (που του έφτιαξε η γυναίκα 3 λεπτά πριν ξεκινήσουν για να είναι παγωμένο) στην ειδική θήκη και το χέρι έξω από το παράθυρο για να παίρνει χρώμα και για να είναι έτοιμο να ρίξει τη μούτζα σε όποιον τολμήσει να τον προσπεράσει. Στην οροφή του αυτοκινήτου ανεμίζει το σωσίβιο χελώνα του μικρού. Μόνο που έχουν βάλει τη χελώνα να κοιτάει προς τα πίσω και ζαλίζεται λίγο.
«Αγάπη μου σε πόση ώρα φτάνουμε;»
«Που να ξέρω βρε μωρό μου; Έχει πολλή κίνηση δεν βλέπεις;»

«Ψυχή μου κοντέυουμε;»
«Κάνε υπομονή ζωή μου».

«Δεν μας βλέπω σύντομα ε;»
«Τι να κάνω ρε γυναίκα; Αεροπλάνο έχω;»

«Έχω σκάσει και το μωρό θέλει άλλαγμα. Τι θα γίνει επιτέλους; Θα φτάσουμε ποτέ;» (με συνοδέια κλάματος μωρού)
«Εγώ φταίω γαμώ το φελέκι μου; Μήπως θες να οδηγήσεις να την αράξω εγώ αγκαλιά με τον μικρό; Και βάλτου την πιπίλα να σκάσει.»

Το αμάξι παρκάρει. 5 ευρώ ζητάει ο παρκαδόρος και το αίμα ανεβαίνει στο κεφάλι. Γαμώ τα ιδιόκτητα πάρκινγκ τους. Στην είσοδο 2 εισιτήρια και ένα παιδικό. Γαμώ τις ιδιόκτητες παραλίες τους. «Αγάπη μου πιάσε 2 ξαπλώστρες, παράγγειλέ μου ένα freddo μέτριο με σαντιγύ και κανέλα κι έρχομαι. Πάω ν’ αλλάξω το μικρό». Γαμώ τα κερατιάτικα. Η σιωπηλή Χριστοπαναγία στον Πακιστανό που φυλάει τις ομπρέλες εξασφαλισμένη. Πρέπει να έχει ακούσει μέσα σε μια Κυριακή πιο πολλά μπινελίκια κι από διαιτητή σε ντέρμπι. Σκάει μύτη κι ο σερβιτόρος.
«Θέλω να μου φέρεις ένα φραπέ πολύ γλυκό με γάλα και ένα freddo μέτριο με σαντιγύ και κανέλλα (γιατί στο χωριό της γυναίκας μου σηκωνόταν πρωί πρωί η γιαγιά και άρμεγε την αγελάδα για να φτιάξει σαντιγύ να πιει η πριγκηπέσσα). Θα μας φέρεις και μερικά νεράκια. Όχι εμφιαλωμένα να μου τα χρεώσεις. Σε ποτηράκια. Και μη φτύσεις μέσα, σε γάμησα».
Η παραγγελία στο σημειωματάριο, ο σερβιτόρος έτοιμος για φόνο με τον 50στο (να τους κατοστήσεις) πελάτη που του πουλάει μαγκιά και ο μπέμπης πανέτοιμος για εφόρμιση στην παραλία. Μπρατσάκια, κρέμα στη μάπα κι έφυγες.
«Αχ βρε μωρό μου, βάλε μου λίγο λαδάκι στην πλάτη και πρόσεχε λίγο το μωρό να μαυρίσω λίγο την πλατούλα μου».
Η εφημερίδα κατεβαίνει. Μια γουλιά φραπέ να πάνε κάτω τα φαρμάκια και το βλέμμα στο μικρό. Ή μάλλον στην ξανθιά topless που πολύ της αρέσει ο μπόμπιρας. Βλέπει κι ο μπόμπιρας βυζί, σκέφτεται φαγητό, δώστου το κλάμα. Επεμβαίνει ο φιλεύσπλαχνος πατέρας μέχρι τη μαγική στιγμή της τσιρίδας.
«Μωρό μου τι έχει το παιδί; Πρόσεχέ το και λίγο»
Η κουβέντα στην ξανθιά δεν βγαίνει καν. Εκείνη άρει το στήθος και περιπάτει χαμογελώντας στον μικρό που βλέπει το στήθος της και λιγουρεύεται και στον πατέρα που βλέπει το στήθος της και προσπαθεί να θυμηθεί πως είναι να πιάνεις στητό (έστω και με σιλικόνη) στήθος.
Η γυναίκα έχει κόψει κίνηση με το σόναρ και βάζει την κασέτα.
«Ποια ήταν αυτή; Απ’ τη δουλειά μήπως; Το μικρό σου είπα να προσέχεις όχι τις τσίτσιδες»
Κλάμα το μωρό.
«Πάρ’ το τώρα αγκαλιά να σταματήσει να κλαίει. Και πήγαινε πάρε μου ένα παγωτό να δροσιστώ. Έσκασα η γυναίκα.»
Το μωρό τοποθετείται κλαίων δίπλα στη μάνα του. Το παγωτό θα περιμένει λίγο. Πολύ μάλλον. Βασικά, δε γαμιέται κι αυτή και το παγωτό της. Ο στοργικός πατέρας βουλώνει τα αυτιά αλλά και πάλι την ακούει να μουρμουρίζει. Ακούει και το μωρό που κλαίει. Ακούει και την ξανθιά να τον ρωτάει αν είδε το σκουλαρίκι της που της έπεσε. Θα της απαντούσε – ψάξ’ το στη χαράδρα, κάπου εκεί θα έχει χαθεί – αλλά δεν έχει δύναμη ούτε γι’ αυτό. Ένα μπάνιο ήθελε να κάνει μετά από 6 μέρες δουλειάς. Ούτε αυτό όμως δεν μπορεί να ευχαριστηθεί. Αλλά για κάτσε… Να, εκεί. Εκεί είναι η σωτηρία. Εκεί είναι η όαση.
Παίρνει φόρα και τρέχει. Σαν μικρό παιδί. Σα να θέλει να παραβγεί τον κολλητό του στο τρέξιμο. Όταν έχει μπει μέχρι τη μέση ρίχνει μια βουτιά και βυθίζεται στη θάλασσα. Ανοίγει τα μάτια του. Δεν μπορεί να δει μακριά από την άμμο και τη βρώμα αλλά δεν τον πειράζει. Έχει ησυχία. Μια υπέροχη ησυχία. Μόνο το αργό ξύσιμο της άμμου από το κύμα ακούγεται στ’ αυτιά του.
Γαλήνη.
Παλεύει να κρατηθεί μέσα στη θάλασσα όσο περισσότερο μπορεί. Αν βγει ξέρει ότι το έχει χάσει το παιχνίδι.
Θέλει να μείνει εκεί μέσα.
Όχι για πάντα.
Για λίγο.
Μέχρι να ηρεμήσει.
Μέχρι να χαμογελάσει.
Και χαμογελάει.
Επιτέλους… λίγη γαλήνη.

Την επόμενη φορά που θα βρεθείτε σε μια παραλία, βουτήξτε στη θάλασσα και μείνετε λίγη ώρα μέσα. Χωρίς να κολυμπάτε, χωρίς να παλεύετε να βγείτε. Απολαύστε την υπέροχη μοναξιά και ξενοιασιά που αυτά τα ελάχιστα δευτερόλεπτα μπορούν αν προσφέρουν. Ίσως σκεφτείτε κάτι καλό. Ίσως ανακαλύψετε κάτι για σας. Ίσως απλά ηρεμήσετε λίγο. Και αυτό καλό είναι.

Advertisements

2 Responses to Βρες τη δική σου γαλήνη

  1. Ο/Η Purple Clementine λέει:

    Ζοριλίκια βλέπω σήμερα.
    Στο γραφτό , όχι σ’ εσένα!
    Bravo!
    😉

  2. Ο/Η neofitos λέει:

    #purple clementine: πολλά ζόρια. merci

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: