Ο Τόλης ο πόντικας

Ο Τόλης ήταν ένας ήσυχος ανθρωπάκος.
Απαλλαγμένος από τα βάρη της επίγειας ζωής μιας και είχε αποφασίσει να ζει υπόγεια, σε έναν σκοτεινό υπόνομο στο Ελληνικό.
Όσοι τον ήξεραν στην παλιά του γειτονιά, το Καλαμάκι, έλεγαν ότι ο Τόλης είχε εξαφανιστεί μια κρύα νύχτα του χειμώνα όταν βγήκε στο περίπτερο να πάρει τσιγάρα. Αυτό βέβαια ήταν ένα μεγάλο ψέμα καθώς ο Τόλης δεν κάπνιζε.
Στο περίπτερο πάντως του άρεσε να πηγαίνει και να αγοράζει σοκολάτες.

Περιπτεράς ήταν και ο μοναδικός άνθρωπος που έβλεπε ποτέ τον Τόλη τα τελευταία χρόνια.
Ήταν ο κυρ-Μιχάλης, ένας φιλήσυχος περιπτεράς στο Ελληνικό που κάθε βράδυ κατά τις 4, δεχόταν τον αγαπημένο του επισκέπτη, τον Τόλη, μιλούσαν για λίγη ώρα για αθλητικά και έπειτα ο Τόλης εξαφανιζόταν στο σκοτάδι με μια μεγάλη σακούλα γεμάτη σοκολάτες και άλλα σνακ.
Του άρεσαν του Τόλη πολύ τα σνακ σαν καλός ποντικός που είχε καταντήσει μες τον υπόνομο.
Εφημερίδες όμως δεν διάβαζε ποτέ.
Ούτε τον ένοιαζε τι συμβαίνει γύρω του.

Μη φανταστείς ότι ο Τόλης είχε οργανώσει ολόκληρη πολιτεία κάτω από τη γη.
Ήταν πάντως ένα αξιοπρεπές δωμάτιο που είχε χτίσει σε μια γωνιά ενός ξεχασμένου υπονόμου.
Είχε τραβήξει κι ένα καλώδιο της ΔΕΗ που είχε βρει καμιά 200αριά μέτρα πρά κάτω και είχε και φως παρακαλώ.
Κρεβάτι είχε φτιάξει μόνος του, συνδέοντας μεταξύ τους πάρα πολλά ευλύγιστα και μαλακά στρωματάκια, γιατί που να χωρέσει το υπέρδιπλο στρώμα που ονειρευόταν μέσα από την μικρή τρύπα του υπονόμου.
Τις ανάγκες του τις έκανε φυσικά στον υπόνομο αλλά όχι στον ξεχασμένο που βρισκόταν το φτωχικό του, παρά μόνο στον λειτουργόντα 300 μέτρα πιο κάτω.
Αυτή ήταν και η μόνη άσκησή του μαζί με τη βόλτα του στο περίπτερο. Για το περίπτερο περπάταγε βέβαια λίγο πιο πολύ.

Περπάταγε σχεδόν 2 χιλιόμετρα.
Εκεί ήταν η μαγική του τρύπα.
Από εκεί είχε πρωτομπεί στον υπόνομο και από εκεί έβγαινε κάθε βράδυ για τα ψώνια του.
Σε μια απόμερη γειτονιά του Ελληνικού μακριά από την κίνηση της Βουλιαγμένης και τις σκοτούρες των αυτοκινήτων.
Με μόνο σύμμαχό του το μπλε κασκέτο που είχε σουφρώσει από κάποια οικοδομή για να αποφεύγει τα πετραδάκια που έπεφταν από το ταβάνι του υπονόμου με την παραμικρή δόνηση.

Ο Τόλης δεν ήθελε πολλά στη ζωή του.
Τα λεφτά που είχε μαζέψει τα τελευταία 2 χρόνια πριν απομονωθεί, του έφταναν για αρκετά χρόνια ακόμα.
Δεν σκόπευε ούτως ή άλλως να τρέφεται με κάτι περισσότερο ή κάτι λιγότερο από σνακ και σοκολάτες.
 Και η επικοινωνία με τον κυρ-Μιχάλη του έφτανε και του περίσσευε για να ικανοποιεί τις ανάγκες του για επικοινωνία.
Το cdplayer που είχε πάρει μαζί του φεύγοντας από το σπίτι και η αγαπημένη του συλλογή από cd και βιβλία, ήταν αρκετά για να του κρατούν συντροφιά.

Η ζωή κύλαγε όμορφα λοιπόν για τον Τόλη.
Είχε αρχίσει μάλιστα να γράφει κι ένα βιβλίο για την ανθρώπινη θέληση και την ικανότητα του ανθρώπου να επιβιώνει μέσα στον υπόνομο.
Ούτε ο ίδιος δεν ήξερε πως του είχε καρφωθεί η ιδέα να μένει στον υπόνομο.
Αν και θυμόταν ότι είχε δει κάτι άλλους ανθρώπους στην ταινία Demolition Man να μένουν σε υπονόμους αλλά αυτοί οργάνωναν πάρτι και ζούσαν στριμωγμένοι.
Του Τόλη πιο πολύ απ’ όλα του άρεσε η μοναξιά και η ησυχία του.

Κι αυτή την ησυχία είχαν διαταράξει τους τελευταίους μήνες κάτι περίεργοι και δυνατοί θόρυβοι κοντά στο σπίτι του.
Ο Τόλης δεν ανησύχησε στην αρχή αλλά μόλις οι θόρυβοι έγιναν πιο δυνατοί, πανικοβλήθηκε.
Ένιωθε τα θεμέλια του μικρού του σπιτιού να συνταράζονται αλλά φοβόταν να ρωτήσει τον κυρ-Μιχάλη τι έργα γινόντουσαν στα 2 χλμ από κει.
Δεν ήθελε να τον βάλει σε υποψίες.
Και σε καμία περίπτωση δεν ήθελε ο ίδιος να ακολουθήσει τη διαδρομή για το σπίτι του υπέργεια για να ανακαλύψει τι συμβαίνει.
Αποφάσισε να φοράει σφιχτά το μπλε κασκέτο του, και να βάζει δυνατά τη μουσική για να μην ακούει και να μην σκέφτεται τους θορύβους.

Οι θόρυβοι όμως συνεχίστηκαν και το τράνταγμα έγινε ακόμα πιο δυνατό.
Ώσπου μια μέρα του Σεπτέμβρη του 2007, ο Τόλης γνώρισε έναν άλλο κάτοικο των υπονόμων.
Έναν κάτοικο που ήρθε να διαταράξει την ηρεμία του.
Ένα άλλο πόντικα.
Τον Μέτρο-πόντικα.

Ο Τόλης ήταν ένας ήσυχος ανθρωπάκος.
Απαλλαγμένος από τα βάρη της επίγειας ζωής μιας και είχε αποφασίσει να ζει υπόγεια, σε έναν σκοτεινό υπόνομο στο Ελληνικό.
Όσοι τον ήξεραν στην παλιά του γειτονιά, το Καλαμάκι, έλεγαν ότι ο Τόλης είχε εξαφανιστεί μια κρύα νύχτα του χειμώνα όταν βγήκε στο περίπτερο να πάρει τσιγάρα. Αυτό βέβαια ήταν ένα μεγάλο ψέμα καθώς ο Τόλης δεν κάπνιζε.
Στο περίπτερο πάντως του άρεσε να πηγαίνει και να αγοράζει σοκολάτες.

Περιπτεράς ήταν και ο μοναδικός άνθρωπος που έβλεπε ποτέ τον Τόλη τα τελευταία χρόνια.
Ήταν ο κυρ-Μιχάλης, ένας φιλήσυχος περιπτεράς στο Ελληνικό που κάθε βράδυ κατά τις 4, δεχόταν τον αγαπημένο του επισκέπτη, τον Τόλη, μιλούσαν για λίγη ώρα για αθλητικά και έπειτα ο Τόλης εξαφανιζόταν στο σκοτάδι με μια μεγάλη σακούλα γεμάτη σοκολάτες και άλλα σνακ.
Του άρεσαν του Τόλη πολύ τα σνακ σαν καλός ποντικός που είχε καταντήσει μες τον υπόνομο.
Εφημερίδες όμως δεν διάβαζε ποτέ.
Ούτε τον ένοιαζε τι συμβαίνει γύρω του.

Μη φανταστείς ότι ο Τόλης είχε οργανώσει ολόκληρη πολιτεία κάτω από τη γη.
Ήταν πάντως ένα αξιοπρεπές δωμάτιο που είχε χτίσει σε μια γωνιά ενός ξεχασμένου υπονόμου.
Είχε τραβήξει κι ένα καλώδιο της ΔΕΗ που είχε βρει καμιά 200αριά μέτρα πρά κάτω και είχε και φως παρακαλώ.
Κρεβάτι είχε φτιάξει μόνος του, συνδέοντας μεταξύ τους πάρα πολλά ευλύγιστα και μαλακά στρωματάκια, γιατί που να χωρέσει το υπέρδιπλο στρώμα που ονειρευόταν μέσα από την μικρή τρύπα του υπονόμου.
Τις ανάγκες του τις έκανε φυσικά στον υπόνομο αλλά όχι στον ξεχασμένο που βρισκόταν το φτωχικό του, παρά μόνο στον λειτουργόντα 300 μέτρα πιο κάτω.
Αυτή ήταν και η μόνη άσκησή του μαζί με τη βόλτα του στο περίπτερο. Για το περίπτερο περπάταγε βέβαια λίγο πιο πολύ.

Περπάταγε σχεδόν 2 χιλιόμετρα.
Εκεί ήταν η μαγική του τρύπα.
Από εκεί είχε πρωτομπεί στον υπόνομο και από εκεί έβγαινε κάθε βράδυ για τα ψώνια του.
Σε μια απόμερη γειτονιά του Ελληνικού μακριά από την κίνηση της Βουλιαγμένης και τις σκοτούρες των αυτοκινήτων.
Με μόνο σύμμαχό του το μπλε κασκέτο που είχε σουφρώσει από κάποια οικοδομή για να αποφεύγει τα πετραδάκια που έπεφταν από το ταβάνι του υπονόμου με την παραμικρή δόνηση.

Ο Τόλης δεν ήθελε πολλά στη ζωή του.
Τα λεφτά που είχε μαζέψει τα τελευταία 2 χρόνια πριν απομονωθεί, του έφταναν για αρκετά χρόνια ακόμα.
Δεν σκόπευε ούτως ή άλλως να τρέφεται με κάτι περισσότερο ή κάτι λιγότερο από σνακ και σοκολάτες.
 Και η επικοινωνία με τον κυρ-Μιχάλη του έφτανε και του περίσσευε για να ικανοποιεί τις ανάγκες του για επικοινωνία.
Το cdplayer που είχε πάρει μαζί του φεύγοντας από το σπίτι και η αγαπημένη του συλλογή από cd και βιβλία, ήταν αρκετά για να του κρατούν συντροφιά.

Η ζωή κύλαγε όμορφα λοιπόν για τον Τόλη.
Είχε αρχίσει μάλιστα να γράφει κι ένα βιβλίο για την ανθρώπινη θέληση και την ικανότητα του ανθρώπου να επιβιώνει μέσα στον υπόνομο.
Ούτε ο ίδιος δεν ήξερε πως του είχε καρφωθεί η ιδέα να μένει στον υπόνομο.
Αν και θυμόταν ότι είχε δει κάτι άλλους ανθρώπους στην ταινία Demolition Man να μένουν σε υπονόμους αλλά αυτοί οργάνωναν πάρτι και ζούσαν στριμωγμένοι.
Του Τόλη πιο πολύ απ’ όλα του άρεσε η μοναξιά και η ησυχία του.

Κι αυτή την ησυχία είχαν διαταράξει τους τελευταίους μήνες κάτι περίεργοι και δυνατοί θόρυβοι κοντά στο σπίτι του.
Ο Τόλης δεν ανησύχησε στην αρχή αλλά μόλις οι θόρυβοι έγιναν πιο δυνατοί, πανικοβλήθηκε.
Ένιωθε τα θεμέλια του μικρού του σπιτιού να συνταράζονται αλλά φοβόταν να ρωτήσει τον κυρ-Μιχάλη τι έργα γινόντουσαν στα 2 χλμ από κει.
Δεν ήθελε να τον βάλει σε υποψίες.
Και σε καμία περίπτωση δεν ήθελε ο ίδιος να ακολουθήσει τη διαδρομή για το σπίτι του υπέργεια για να ανακαλύψει τι συμβαίνει.
Αποφάσισε να φοράει σφιχτά το μπλε κασκέτο του, και να βάζει δυνατά τη μουσική για να μην ακούει και να μην σκέφτεται τους θορύβους.

Οι θόρυβοι όμως συνεχίστηκαν και το τράνταγμα έγινε ακόμα πιο δυνατό.
Ώσπου μια μέρα του Σεπτέμβρη του 2007, ο Τόλης γνώρισε έναν άλλο κάτοικο των υπονόμων.
Έναν κάτοικο που ήρθε να διαταράξει την ηρεμία του.
Ένα άλλο πόντικα.
Τον Μέτρο-πόντικα.

clip_image002.jpg

Είδες τι φωτογραφίες παίρνεις όταν είσαι διαπιστευμένος στο ΥΠΕΧΩΔΕ;
Άντε καλό Σαββατοκύριακο.

Advertisements

5 Responses to Ο Τόλης ο πόντικας

  1. Ο/Η Suspect λέει:

    η μοιρα του Τολη του ποντικου…

  2. Ο/Η Rigelian λέει:

    Καλός και παρανοϊκός Νεόφυτε!
    Αλλά γιατί δίπαξ;

    Και ακόμα δεν είχε χάσει ο βάζελος από τον Αστέρα Τρίπολης! 🙂

  3. Ο/Η Rigelian λέει:

    Έχεις σκεφτεί να γράφεις σενάρια για ένα ελληνικό twilight zone? Θα αναλάβω τη σκηνοθεσία!

  4. Ο/Η neofitos λέει:

    #suspect: ποια είναι; να γίνει εργοδηγός;

    #Rigelian: δίπαξ; το μόνο που στεναχωριέμαι γι’αυτό είναι που δεν είχα προλάβει να το παίξω άσσο. δεν προλαβαίνω τώρα σκηνοθέτα. Σε κανα χρόνο το βάζουμε μπρος.

  5. Ο/Η Rigelian λέει:

    Στο ίδιο ποστ δυο φορες!

    Σ’ ένα χρόνο, μέσα!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: