City of lights

Ο Γιωργάκης είχε ξετρελαθεί με την ιδέα του Earth Hour.
Δεν είχε ακούσει ποτέ του πιο διασκεδαστικό παιχνίδι από το να κλείσει παρέα με εκατομμύρια παιδιά σε όλο τον κόσμο τα φώτα του σπιτιού του για 1 ώρα.
Τι το ‘θελε και του το είπε η θεία του η Λίτσα στο Κυριακάτικο τραπέζι.
Ο Γιωργάκης είχε παθιαστεί με τον ιερό αυτό σκοπό.

Για τον Γιωργάκη βέβαια δεν ήταν ούτε ιερός, ούτε καν σκοπός.
Ήταν απλά ένα παιχνίδι με πολλούς παίκτες και τρομερό ενδιαφέρον.
Με αφετηρία τις 8 και μισή του Σαββάτου και τερματισμό τις 9 και μισή.
Έπαθλο δεν υπήρχε αλλά δεν τον ένοιαζε καθόλου.
Του αρκούσε ότι θα ήταν μέρος ενός τόσο συγκλονιστικού παιχνιδιού.

Και φρόντισε να το μάθουν όλοι.
Μέσα σε 1 ημέρα είχε γίνει ο μεγαλύτερος 9χρονος πρεσβευτής καλής θέλησης του Earth Hour.
Με το που έφτασε τη Δευτέρα στο σχολείο, δεν είπε τίποτα σε κανέναν.
Κρατούσε τη χρυσή πληροφορία σαν τετρασφράγιστο (μην υπερβάλλουμε κιόλας) μυστικό.
Παρακαλούσε τον καλό Θεούλη να μην το ξέρει κανένα άλλο παιδί και του πάρει το credit.
Οι ώρες προχωρούσαν και κανένας οικολόγος δεν φαινόταν στον ορίζοντα.

Η ώρα του <Εμείς κι ο κόσμος> είχε φτάσει.
Ο Γιωργάκης σήκωσε το χέρι του προσπαθώντας να αγγίξει το ταβάνι.
Πριν καν του δώσει το λόγο η κυρία Τούλα, ο Γιωργάκης τινάχτηκε από το θρανίο του, φούσκωσε το στήθος του σαν περήφανο παγώνι και με σθεντόρια φωνή ξεκίνησε το λόγο του.

“Η ώρα της γης έχει φτάσει.
Πρέπει όλοι εμείς να παλέψουμε για τη σωτηρία αυτού του πλανήτη.
Ας δώσουμε ένα τέλος στην σπατάλη ενέργειας.
Όλοι μαζί ας δώσουμε ένα μήνυμα στους ισχυρούς αυτού του πλανήτη.
Σας καλώ να κλείσουμε όλοι τα φώτα μας αυτό το Σάββατο στις 8 και μισή το βράδυ για λογαριασμό του Earth Hour.
Η νίκη είναι δική μας”

Το πλήθος παραληρούσε.
Ο δήμαρχος είχε εκλεγεί από την πρώτη κιόλας Κυριακή με 73%.
Τον είχαν λατρέψει, τον είχαν αποθεώσει.
Το σημαντικότερο όμως για τον Γιωργάκη δεν ήταν ούτε το Α’ που εξασφάλισε για το μάθημά του, ούτε η αναγνώριση από τους συμμαθητές του.
Ο Γιωργάκης είχε χαρεί περισσότερο απ’ όλα γιατί θα ήταν ακόμα περισσότεροι εκείνοι που θα έκλειναν τα φώτα τους.
Το Σάββατο το βράδυ ο κόσμος θα άλλαζε και εκείνος θα ήταν μέρος της αλλαγής.

Στον ύπνο του έβλεπε εκατομμύρια παιδάκια να πατάνε διακόπτες.
Έβλεπε έναν κόσμο πλυμμηρισμένο από φως να βυθίζεται στο σκοτάδι.
Κι εκεί που λίγο παλιότερα τρόμαζε μόνο στην ιδέα να βρεθεί σε ένα σκοτεινό δωμάτιο, τώρα το σκοτάδι του είχε γίνει έμμονη ιδέα.
Οι γονείς του δεν ήθελαν να τον βγάλουν από τη σαπουνόφουσκα στην οποία ζούσε και τον ενθάρρυναν να συνεχίσει το WWFάρεστο έργο του.
Ο πατέρας του μάλιστα, συγκινημένος απο΄την όρεξη του γιου του για το Earth Hour, του υποσχέθηκε να τον πάει το Σάββατο το βράδυ στον Υμηττό να δει τα φώτα της πόλης να σβήνουν.
Δεν είχε υπολογίσει όμως μια μικρή λεπτομέρεια.

Στις 20:15 είχαν ήδη ανέβει σε ένα βράχο πάνω από την Καισαριανή.
Από εκεί είχαν καλή θέα του λεκανοπεδίου.
Θα ήταν αυτόπτεις μάρτυρες του μεγάλου γεγονότος.
Στις και 25 μια ταλαιπωρημένη γιαγιά βγήκε στο μπαλκόνι μιας πολυκατοικίας, αφού είχε βυθίσει όλο το διαμέρισμά της στο σκοτάδι και κοίταξε τριγύρω.

“Δεν έχουν σβήσει πολλά ακόμα ε;” φώναξε η γιαγιά
“Όχι ακόμα, αλλά σε λίγο θα σβήσουν όλα” απάντησε θριαμβευτικά ο Γιωργάκης.

Η μεγάλη στιγμή έφτασε.
Το ρολόι του Γιωργάκη έδειχνε και μισή.
Ο πατέρας του τον έσφιξε δυνατά στην αγκαλιά του και ο Γιωργάκης άνοιξε τα μάτια του μη χάσει ούτε ένα από τα μικρά φωτάκια της πόλης που θα έσβηναν.

Τα μάτια του Γιωργάκη έμειναν ανοιχτά για περίπου 2 λεπτά.
Χωρίς ούτε ένα βλεφάρισμα.
Χωρίς την παραμικρή κίνηση.
Στα μάτια του ήταν ζωγραφισμένος ο καμβάς της πεφωτισμένης πόλης.
Ένας καμβάς που όσο κυλούσαν τα δευτερόλεπτα, αντί να μαυρίζει, θόλωνε.
Μέχρι που τα μάγουλά του γέμισαν δάκρυα και το παιδί έχωσε το κεφάλι του στην αγκαλιά του πατέρα του.

Η γιαγιά έμεινε στο μπαλκόνι να κοιτάζει μια πόλη που όσο χρόνια κι αν πέρασαν, δεν άλλαξε καθόλου, ούτε στις συνήθειές της, ούτε στην όψη της, ούτε στην αδιαφορία της.
Ο πατέρας ήταν οργισμένος με όλους εκείνους που έκαναν το γιο του να κλαίει. Τους Αθηναίους που αρνήθηκαν να κλείσουν τα φώτα τους. Τους υπεύθυνους που έδωσαν ελπίδα στο παιδί του. Τον ίδιο του τον εαυτό που πίστεψε ότι μπορεί τώρα να γινόταν κάτι.
Ο Γιωργάκης ήταν απλά απογοητευμένος. Δεν ήξερε με ποιον και γιατί. Αυτό που ήξερε ήταν ότι το να ακουμπήσεις το χέρι σου στον διακόπτη ήταν πολύ απλό για να αρνηθείς να το κάνεις.

Και η πόλη ήταν εκεί.
Ακίνητη
Αμίλητη
Απρόσωπη
Αλλά πολύ φωτισμένη
Με κάθε λογής λάμπα και λυχνία.

Μην ανησυχείς Γιωργάκη
Ίσως τα καταφέρουμε την άλλη φορά
Όταν θα είμαστε εμείς στο μπαλκόνι
Περιμένοντας μήπως σβήσουν τα φώτα

«Lights out»

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: