Η γομολάστιχα

Τα γέρικα πόδια της δεν έφταναν ως το πάτωμα.
Δεν της άρεσε καθόλου αυτή η καρέκλα, αλλά δεν είχε επιλογή.
Σε αυτή την καρέκλα την έβαζαν κάθε μέρα να κάτσει.

Της έκαναν συνέχεια ερωτήσεις για να τεστάρουν τη μνήμη της.
Αλλά εκείνη δεν θυμόταν.

-Τι φάγαμε χθες το βράδυ Μαργαρίτα μου;
– Δεν θυμάμαι.

– Πως έλεγαν εκείνη την εκπομπή που είδαμε το Σάββατο;
– Δεν θυμάμαι σου λέω.

– Πήρες τηλέφωνο την κόρη μας να δεις αν θα έρθει;
– Δεν το θυμήθηκα, συγνώμη.

Όλοι το θεωρούσαν πολύ μεγάλο κακό που δεν θυμόταν.
Αλλά τη Μαργαρίτα δεν την πείραζε καθόλου.
Εκείνα που ήθελε να θυμάται, τα είχε καλά χαραγμένα στο μυαλό της.

Θυμόταν εκείνη την πορσελάνινη κούκλα που της είχε κάνει δώρο ο πατέρας της.

Θυμόταν την Κυριακή που πήγαινε στον Εθνικό Κήπο με τη γιαγιά της.

Θυμόταν τους χορούς στα πάρτι των φίλων της.

Θυμόταν εκείνον..

Οχί αυτόν τον άνθρωπο που έβλεπε τώρα, κάθε πρωί μπροστά της.
Αυτόν δεν τον αναγνώριζε, δεν ήξερε την ιστορία του.
Δεν αισθανόταν την αγωνία του.

Θυμόταν εκείνον..

Θυμόταν το βλέμμα του.
Το γέλιο του.
Τη μυρωδιά του.

Θυμόταν εκείνον..

Εκείνον που της έμαθε να χαμογελάει.
Να νιώθει, να παίζει, να πονάει.

Εκείνον που έφυγε ένα πρωί χωρίς να τη χαιρετήσει.
Χωρίς να της μιλήσει.

Θυμόταν ακόμα και το γράμμα που της είχε γράψει το προηγούμενο βράδυ.
Αυτό το γράμμα που τους κράτησε χώρια.
Αυτό το γράμμα που την έκανε να μην τον ξεχάσει ποτέ.

«Σα γομολάστιχα τα σβήσανε μια μέρα, τα σβήσαν όλα οι κουβέντες που είπες χτες»
Του είχε μιλήσει άσχημα εκείνο το βράδυ.
Ακόμα μετάνιωνε γι’ αυτό.

«Τα σβησαν όλα σαν το φύσημα του αγέρα, μα είχες τον τρόπο κι αυτά ωραία να τα λες»
Πόσο του άρεσε να την ακούει να μιλάει.
Να του διηγείται ιστορίες και παραμύθια μιας ζωής που δεν είχαν ακόμα ζήσει.

«Είχες το βλέμμα της αγάπης που ‘χει σβήσει, μα εγώ κοιτούσα δυο ματάκια νευρικά»
Στεκόταν ακίνητος πολλές φορές στο κρεβάτι.
Μπορούσε να κάθεται επί ώρες και απλά να την κοιτάει στα μάτια.

«Ο έρωτάς μας το νήμα πρώτος ποιος θα κόψει, ο έρωτάς μας ήταν εξοντωτικός»
Εξοντωτικός.. Τόσο όμορφη λέξη, μα τόσο αληθινή.
Τον αγαπούσε παράφορα. Ακόμα κι αν δεν του το είχε πει.

«Γιατί δεν ήτανε για μας τους δυο ετούτη η αγάπη, σαν τους τσιγγάνους τριγυρνάμε εδώ κι εκεί, άλλη μια ακόμα ιστορία στο ντουλάπι, τώρα με άλλη θα ‘μαι εγώ και μ’ άλλον εσύ»
Πόσο λάθος είχε κάνει
Πόσο λάθος

Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα.
Βούρκωνε κάθε φορά που θυμόταν αυτό το γράμμα.
Βούρκωνε εγκλωβισμένη σ’ αυτή την ξύλινη πολυθρόνα.

Στο ράδιο έπαιζε μια μελαγχολική μελωδία.
Της άρεσε η φωνή του τραγουδιστή.
Της φάνηκε λίγο παράφωνος αλλά γλυκός.
Λίγο μοντέρνος για τα γούστα της.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: