Ερωτευμένοι σχιζοφρενείς

Δεν μπορούσε να κουνηθεί
Τα χέρια τους είχαν γραπώσει τα δικά της σφιχτά
Την σήκωσαν στον αέρα, ενώ εκείνη πάλευε να τους καταφέρει έστω μια κλωτσιά

Την έβαλαν σε εκείνο το δωμάτιο
Πόσο το μισούσε αυτό το δωμάτιο

Την ξάπλωσαν στο παγωμένο κρεβάτι και την κρατούσαν ακίνητη
Ένας καράφλας ήρθε και της πέρασε τα δερμάτινα λουριά στα χέρια και τα πόδια
Η αίσθηση του δέρματος στο κορμί της την έκανε να αηδιάζει
Κουνούσε το κεφάλι της δεξιά αριστερά αναζητώντας διέξοδο στη φυλακή της

Ο νοσοκόμος πλησίασε και της κάρφωσε μια ένεση με φάρμακο στο χέρι
Μ’ ένα μαντήλι τής σκούπισε τα αίματα που έτρεχαν από τα χείλη που με λύσσα δάγκωνε όσο την κρατούσαν
Της χάιδεψε το κεφάλι συμπονετικά

Ο περιοδεύων ιατρικός θίασος εγκατέλειψε το δωμάτιο
Τα λουριά έσφιγγαν ακόμα τα χέρια της
Αλλά μόλις άκουσε την πόρτα να κλείνει πίσω της, ένα μεγάλο χαμόγελο αμόλυντης ευτυχίας σχηματίστηκε στα ματωμένα χείλη της

Είχε δώσει για άλλη μια φορά μια εξαιρετική παράσταση
Τώρα απλά άφηνε το φάρμακο να δράσει
Να της χαρίσει τη γαλήνη αλλά και την ελευθερία

Η Χριστίνα ήταν απομονωμένη από τους υπόλοιπους ασθενείς
Αναγκασμένη να τρώει υπό το βλέμμα ιατρών
Να πλένεται υπό το βλέμμα νοσοκόμων ηδονοβλεψιών
Αυτό το φάρμακο ήταν ο μοναδικός δρόμος διαφυγής

Μόνο όταν την έπιαναν κρίσεις και της χορηγούσαν αυτό το φάρμακο, την άφηναν να συναναστρέφεται τους υπόλοιπους τροφίμους
Μόνο τότε μπορούσε να τρώει μαζί τους τα μεσημέρια
Μόνο τότε μπορούσε να πηγαίνει βόλτα στην αυλή

Ναρκωμένη..
Γαλήνια..
Ακίνδυνη..

Μισούσε τις ημέρες που έμενε μόνη στη μικρή της φυλακή
Ήθελε να βγει έξω, να μυρίσει τη ζωή
Ήθελε να δει εκείνον..

Θα έπαιρνε και όλα τα φάρμακα του κόσμου απλά για να τον ξαναδεί
Και αυτό έκανε σχεδόν κάθε πρωί
Ούρλιαζε, χτυπιόταν μόνη της στον τοίχο, έβριζε και έκλαιγε μέχρι να φοβηθούν για την υγεία της και να της κάνουν την ένεση
Το εξιτήριο για μια ζωή ναρκωμένη αλλά αγνή

Τα πόδια της πάτησαν το χορτάρι
Περπατούσε διστακτικά μέσα στον κόσμο που έτρεχε, πάλευε, τραγουδούσε
Κοιτούσε τριγύρω ανυπόμονα για να συναντήσει το βλέμμα του

Πήγε πίσω από τον μεγάλο θάμνο και ξάπλωσε στο γρασίδι
Στο δικό τους προσωπικό δωμάτιο
Έμεινε ανάσκελα κοιτώντας ψηλά μέχρι που η μορφή του σκέπασε τον ήλιο

Άπλωσε τα χέρια και τον τράβηξε κοντά της
Τον φίλησε δυνατά και τα χείλη του γέμισαν με την αλμύρα του αίματός της
Τα πόδια τους μπλέχτηκαν σε έναν αισθησιακό χορό
Το χέρι του κατέβασε γρήγορα το υφασμάτινο παντελόνι της
Τον αγκάλιαζε όσο σφιχτά μπορούσε με τα χέρια της να είναι ακόμα βαριά και κοιμισμένα από την ένεση

Δεν είχε δυνάμεις
Επέτρεψε στα χέρια της να πέσουν και τον άφησε να μπει μέσα της

Ο ήλιος ζέσταινε το πρόσωπο της
Τα χείλη της έμειναν μισάνοιχτα, έτοιμα να ξεστομίσουν κάτι
Πρόθυμα να συγχρονιστούν με τον ήχο του ερωτά τους

Τα φάρμακα πάσχιζαν να συγκρατήσουν το οργασμικό παραλήρημα αλλά όχι..

Κανείς δεν μπορούσε να της το στερήσει
Κανείς δεν μπορούσε να μπει εμπόδιο

Ρούχα παγιδευμένα σε σώματα
Δυο κορμιά ξαπλωμένα αμίλητα
Δύο αμαρτωλές σκέψεις στον αέρα
Δυο χαμόγελα ευτυχίας

Ένας μονάχα ήλιος..

Ερωτευμένοι σχιζοφρενείς

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: